Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

Δοκίμιο Χρήστου Χ. Τζούλη - Παρουσίαση Ανθολογίου ¨ΤΟ ΨΑΛΤΗΡΙ¨




Σεβασμιότατε Μητροπολίτη Αιτωλίας και Ακαρνανίας, Άγιε Πρωτοσύγκελε, Σεβαστό Ιερατείο, Κύριε Δήμαρχε Αγρινίου, Κυρίες και Κύριοι

Επιτρέψτε μου εν προοιμίου να ευχαριστήσω το σεμνό και εκλεκτό φίλο και συμπολίτη κ. Θεόδωρο Καραπάνο, καθώς επίσης τη συντακτική ομάδα για την ιδιαίτερα τιμητική πρόκληση να «παραδώσω» την πνευματική τους πράξη, το ανθολογικό «Ψαλτήρι», στον έξω κόσμο. Εύστοχα η λειτουργία αυτή αποκαλείται «έκδοση», δηλαδή παράδοση στην κρίση των συνανθρώπων, οι οποίοι δέχονται το πνευματικό έργο. Όμως αυτή η «κατηγορία» της πνευματικής πράξης υψώνει τον άνθρωπο στο υψηλό επίπεδο προσχωρήσεώς του στην κοινωνία και τον κόσμο της, κυρίως όμως σώζει τον άνθρωπο και το λόγο του μέσα στην οικονομία του χρόνου και του πολιτισμού. Αλλ’ ίωμεν επειδή και ο χρόνος βιάζει.
Από Θεού έρχεται ως θεία χάρις ο Λόγος στον άνθρωπο, άποψη ιερή για την αποστολή των εκλεκτών δημιουργών, που τη βρίσκουμε έκτυπη στο στόμα των μεγάλων προφητών και ποιητών της Παλαιάς Διαθήκης, καθώς και στους προπάτορες της Ποίησης Όμηρο και Ησίοδο και στους αρχαίους λυρικούς.
Στην ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως κ.κ. Βαρθολομαίου στο ιστορικό μοναστήρι «Παναγία Σουμελά» στις 15 Αυγούστου του 2011, ακούμε ένα λόγο ποιητικό, συναισθηματικά φορτισμένο, καθώς ύστερα από εννέα περίπου δεκαετίες ξανά – λειτουργείται η εκκλησία της Μεγαλόχαρης· (ακούμε) ένα λόγο ισχυρό, καταρρακτώδη, βροντώδη, λόγο ως φωνή υδάτων πολλών, όπως λέει ο προφήτης. Εννοώ αυτή τη γλωσσική γαλουχία που ενώνει το ποντιακό «Θεομητοροσκέπαστον» όρος Μελά, την «αγιοτόκο» και «αγιοτρόφο» γη του Πόντου με τον Ουρανό. Γι’ αυτό και το ουράνιο και επίγειο κάλλος δεν χωρίζονται, γιατί και το πρώτο, που προς αυτό κατατείνει ο θεοφόρος πατριάρχης Βαρθολομαίος, τρέφεται από το δεύτερο (όπως ο Ιησούς που αναζήτησε καρπό από την αθώα συκή) [σελ. 11].
Συνηχεί μαζί του ο Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ.κ. Κοσμάς, καθώς μας παραπέμπει στους μυστικούς της Ορθοδοξίας, όπως ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, οι οποίοι ενσταλάζουν τις κυμάνσεις των σπλάχνων τους, καθώς λέει ο ταπεινός Ρωμανός ο Μελωδός, στα κείμενά τους και στον ένυλο κόσμο που τους περιβάλλει (σ. 15).
Στο ίδιο άγιο όρος («στη ράχη του Μελά») με τον Ιωάννη της Κλίμακος κατασκηνώνει ο Μητροπολίτης Πέργης κ.κ. Ευάγγελος, ο οποίος αρθρώνει στη ντοπιολαλιά λίγα λιτά και ταπεινά λόγια για την «καινή ανάβαση» και «της Σουμελιώτισσας τα στεφανώματα»:

και να το πρώτο στην πορεία θαύμα
όταν αντί σε «Κοίμηση» τη Μεγαλόχαρη
χαριτωμένη την αντίκρισε με στέμμα
βασίλισσα του ουρανού σε όραμα

Η ασκημένη ευαισθησία του ιεράρχη Ευαγγέλου και οι επιθυμίες του, όπως και οι προσδοκίες του, που αποτελούν και συν – προσδοκίες του λαού, εμμεσοποιούνται και μετουσιώνονται στο «ποίημα, διά την Παναγία Σουμελά» (σελ. 17) γι’ αυτό και λάμπουν όπως οι δροσοστάλες στην έγκαρπη αναδενδράδα.
Αλλά και ο αβρός και ευγενικός Μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου Καστελλίου και Βιάνου κ.κ. Ανδρέας, από άσκηση και πείρα και κυρίως από πίστη, συγκατάβαση και ευλάβεια ερευνά τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας ή καλύτερα το πρόβλημα των σχέσεων μεταξύ Ελληνισμού και Χριστιανισμού. Πέραν των Συνταγματικών ρυθμίσεων, των Πολιτειοκρατικών συστημάτων, πέραν των εξελίξεων (από την πολιτειοκρατία στη συναλληλία), η ιστορία της Εκκλησίας δείχνει ότι ο Ελληνισμός και ο Χριστιανισμός συγκλίνουν, συναιρούνται και συγχέονται στον ΕλληνοΧριστιανικό πολιτισμό. Πάντως, δεν είναι λίγη εύνοια ούτε λίγη τύχη να είναι κανείς εγκάτοικος και κληρονόμος αυτού του αδαπάνητου μεταλλείου, που λέγεται ελληνικό πνεύμα με τις νωπές φλέβες του Βυζαντίου, της Ορθοδοξίας και του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, το οποίο ακόμα δεν έχει ερευνηθεί και μελετηθεί στο βαθμό που του αρμόζει (σελ. 19).
Με την ίδια πίστη και από τη δική του κέλλα, ο Μητροπολίτης Μεξικού κ.κ. Αθηναγόρας, όπως ο αββάς Ζαχαρίας του Γεροντικού, ξέρει να ευλογεί τον άνθρωπο, τα όντα και τα πράγματα. Τέτοιες έντονες και σύνδρομες αυτενέργειες και συνενέργειες τις χρειαζόμαστε, για να έχουμε προκλήσεις κήπων και στην καρδιά του Γενάρη, ιδίως τότε (σελ. 22).
Ο Σίσυφος είναι ίσως το πρώτο πρόσωπο, το οποίο κίνησε τη γνώση του ανθρώπου πέρα από το σύνορο της μοίρας. Ο Θεός τον τιμώρησε και εκείνος υπερέβη το μέγεθος της τιμωρίας, απελευθερώθηκε από τα εξωτερικά στοιχεία και γνωρίσματα της τιμωρίας του, κατέκτησε ένα μεγάλο μέτρο ανθεκτικότητας, άσκησης, έργου τόλμης και αυτοθυσίας. Μάταια ανέμενε το λυτρωτικό χέρι του Θεού να αναπαύσει την αγωνία του, το άχθος του, τη δραματική αγωνία της ψυχής του. Αυτόν τον Θεό της ταπείνωσης και της αγάπης αποκαλύπτει ο Άγιος Πρωτοσύγγελος Μητροπόλεως Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ.κ. Επιφάνιος Καραγεώργου και συνάμα με την επικουρία του Ιερού Χρυσοστόμου λυτρώνει τον άνθρωπο από προκαταλήψεις, οι οποίες θόλωναν την δράση ακόμη και μεγάλων επιστημόνων, που αδίκησαν καθεαυτή τη διδασκαλία του Χριστού για τη μέλλουσα κρίση.
Ο π. Επιφάνιος υπογραμμίζει την ευθύνη του ανθρώπου για τη σωτηρία του και επισημαίνει ότι ο Ιησούς είναι Θεός με άπειρες πύλες, εισόδου για κάθε άνθρωπο, συγκαταβαίνει, τον πλησιάζει και τον ενισχύει. Ο άνθρωπος προσμετράται προς τη δική του ευθύνη απέναντι στον κόσμο, στον εαυτό του και γίνεται μέτρο της ζωής και των πραγμάτων.
Υπάρχει ο δρόμος του ανθρώπινου εγωισμού κάτω από αυτή τη σκέψη, αλλά και η χαρά της δημιουργίας προτύπων, αληθινών μέτρων ζωής, πράξεως, σκέψεως, δημιουργίας με θεϊκή διάρκεια. «Ο αγωνοθέτης Θεός και ο υπεύθυνος άνθρωπος», γράφει ο π. Επιφάνιος, «είναι πρωταγωνιστές της μέλλουσας κρίσης για τον Ιερό Χρυσόστομο» (σελ. 72).
Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν υψηλής στάθμης παιδεία. Δυστυχώς στην εποχή μας λείπει το συνθετικό όραμα της παιδείας καθώς και η φιλοσοφία της· η παιδεία έγινε χρησιμοθηρική και ωφελιμιστική· έχασε τους οφθαλμούς της που ήταν στραμμένοι στο φωτεινό τμήμα του όντος, που είναι το αγαθόν, όπως και δίδαξε ο μεγάλος θεωρητικός της Πλάτων, διαλονίκης η Δέσπω Λιάλιου (σελ. 28).
Περισσότερο όμως η «Παιδεία μας παρακάμπτει κατουσίαν την τέχνη γενικότερα και τη μουσική ειδικότερα» (την παραθεωρεί ή την παρερμηνεύει) και αν δεν κάλυπταν από απόσταση και εν μέτρω τα δικά της κενά οι παντοειδείς πολιτισμικές εκδηλώσεις που αναλαμβάνονται από διαφόρους φορείς, η μουσική τέχνη θα παρέμενε ακόμη φτωχός συγγενής και δεν θα πρωτοστατούσε στη διακονία της ψυχής.
Θέλω εδώ να επισημάνω ότι η Μουσική δημιουργεί τους αναγκαίους εκείνους συνεκτικούς δεσμούς, οι οποίοι λειτουργούν ως δίαυλοι επικοινωνίας ανάμεσα στους λαούς. Από την αρχαιότητα ήταν γνωστός ο ενωτικός και αδελφοποιός ρόλος της Μουσικής στην αγωγή των πολιτών: Ο Πολύβιος ο Μεγαλοπολίτης στο τέταρτο βιβλίο των ιστοριών του αναφέρεται στη δύναμη εξανθρωπισμού και εξημέρωσης της Μουσικής· ψέγει μάλιστα τους Κυθαινείς που κατοικούσαν στην περιοχή των σημερινών Καλαβρύτων, γιατί παραμέλησαν την καλλιέργεια της Μουσικής αχρηστεύοντας ταυτόχρονα και το μεταξύ τους δεσμό, αφού έφθασαν σε αλληλοσφαγή.
Ο Πλούταρχος επίσης αναφέρει ότι οι Αθηναίοι σκλάβοι που ζούσαν κάτω από άθλιες συνθήκες στα λατομεία της Σικελίας, έπειθαν τους Συρακούσιους να χαλαρώσουν τα δεσμά τους και να απολαμβάνουν ένα είδος ελευθερίας, καταφεύγοντας στο τραγούδι – απήγγειλαν μάλιστα και τραγούδια χορικών του Ευριπίδη.
Όταν σκάφτει κανείς στα στρώματα της παράδοσης συναντά άφθονα παραδείγματα σωστής επίδρασης της Μουσικής πάνω στα ήθη του λαού μας. Ο Αμφιών, ο μέγιστος των κιθαρωδών, κατόρθωνε με τη μουσική να μετακινεί ακόμη και τις πέτρες· ο Ορφέας με το άσμα του εξημέρωνε τα άγρια θηρία· στους χρόνους της μακράς δουλείας οι ύμνοι και τα δημοτικά μας τραγούδια ενίσχυαν και καθιστούσαν ακατάλυτη τη συνείδηση του συν – ανήκειν στο Γένος μας. Επί τετρακόσια χρόνια, λέει ο μεγάλος νεοέλληνας ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ο λαός μας ακούει τους αίνους ψαλλόμενους εν τοις ιεροίς ναοίς υπέρ των παλαιών αυτών βασιλέων και των κατορθωμάτων αυτών:
Χαίρε τίμιον διάδημα βασιλέων ευσεβών
Χαίρε δι’ ης εγείρονται τρόπαια
Χαίρε δι’ ης εχθροί καταπίπτουσι

Αν δει κανείς τα αιθεροβάμονα ιερά κείμενα, όπως τους Οίκους του Τιμίου Σταυρού και τους Χαιρετισμούς ή τα αδαμάντινα ψηφία του Παρακλητικού Κανόνα και των Καταβασιών θα συνειδητοποιήσει ότι η Ποίηση, μαζί με τη Μουσική και τη Ζωγραφική αποτελούν το τρίδυμο το ονειρικό, μέσα στο οποίο αναπαύεται η ψυχή, γιατί της χαρίζουν συγκίνηση και αισθητική ηδονή και προπάντων τη μορφοποιούν, όπως γράφει ο Ε. Π. Παπανούτσος (Νέα Εστία 1953, σ. 83).
Ανήκω στους θαυμαστές της Βυζαντινής Τέχνης, της Μουσικής, της Αρχιτεκτονικής, της Ζωγραφικής και της Βυζαντινής Λογοτεχνίας, που είναι χαρακτηριστικά ιδιότυπη. Η Βυζαντινή Μουσική δεν είναι δημιούργημα με αυτοτέλεια γενετική, αλλά αποτελεί κληρονομιά που οι ρίζες της φθάνουν ως τα προ-ομηρικά χρόνια. Η περιδιάβαση στα πεδία της μουσικής τέχνης (αρχαία μουσική σημειογραφία, Οκτώηχος βυζαντινής μουσικής, δημοτική μουσική) που επιχειρεί ο Σωτήρης Δογάνης (σελ. 54) σμίγει αρμονικά τις δυο άκρες του μουσικού λόγου ανάμεσα από μια ροή τριών και πλέον χιλιάδων χρόνων.
Με τη Βυζαντινή τέχνη έγινε κάτι σύστοιχο με τη δημοτική μας ποίηση, θέμα που πραγματεύεται η Νεκταρία Καραντζή (σελ. 76). Στα τραγούδια της χαράς (του γάμου) ο χαρακτήρας της μουσικής είναι χαρούμενος και η παρεμβολή των τσακισμάτων ή γυρισμάτων πλουτίζουν το τραγούδι σε ψυχικό πάθος και ρυθμό.
Ομοίως μας τέρπει και μας κάνει χορευτές Χριστού (όπως θα έλεγε ο ιερός Κλήμης ο Αλεξανδρεύς) το τρόπαιο που ψάλλεται κατά την Ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως:
Έθελψας πόθω με Χριστέ
και ηλλοίωσάς με τω θείω σου έρωτι·
αλλά κατάφλεξον πυρί αΰλω τας αμαρτίας μου
και εμπλησθήναι της εν Σοϊ τρυφής καταξίωσον
ίνα τας δύο σκιρτών μεγαλύνω, αγαθέ, παρουσίας Σου

Γνωστοί και ανώνυμοι ιεροψάλτες άφησαν θαυμάσιες συνθέσει, που τις τεχνούργησαν μέσα σε αυστηρά κελιά πάνω στο Όρος, μέσα στα πάναγνα στοιχεία της φύσης. Αναφέρομαι στον ιερομόναχο Γαβριήλ Καρεώτη, για τον οποίο γράφει η Νέα Αδελφότητα Εσφιγμένου Αγίου Όρους (σελ. 32), για το ύφος το λεγόμενο «Καρυωτικό», για τη μουσική κλίμακα που τη γύρευε ο ιερομόναχος Γαβριήλ – ως γέφυρα και παραμυθία – ώστε να γίνει η μετοίκιση από το «ενθένδε» στο «εκείσε» ευτυχής.
Κάτω από τη βουλή και την αγάπη του Θεού συνθέτει το δικό του έργο και ο Απόστολος Παπαχρήστος, ο οποίος αναπνέει μέσα στο κλίμα της βυζαντινής κληρονομιάς, όπως γράφει ο Ιωάννης Γκιάφης (σελ. 49). Βέβαια, η μίμηση δεν είναι ο καλύτερος τρόπος βίωσης ενός κατακτημένου πνευματικού χώρου. Η επίδραση λειτουργεί, γενικότερα, σαν δύναμη παρορμούσα προς ενέργεια, προς έργο, ακόμα και σαν δύναμη που επηρεάζει την έμπνευση. Ο Απόστολος Παπαχρήστος, κατά τη γνώμη μου, είδε τη Μουσική σαν μια πηγή ηδονής που τον αποζημιώνει προσφέροντάς του (όπως και σε μας) παραμυθία. Κάτι ανάλογο διαβάζουμε στο «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου» του Οδυσσέα Ελύτη:

«Έλα τώρα χέρι μου δεξί
κείνο που σε πονεί δαιμονικά ζωγράφισέ το …»

το γεγονός ότι ο Κων. Λειβαδάρου εμφανίζεται δύσπιστος απέναντι στην ευρωπαϊκή πολυφωνία, στη χορωδία ευρωπαϊκής μουσικής, πέρα από την ολοφάνερη προτίμησή του στη βυζαντινή Μουσική (σελ. 113) αναδεικνύει τον προσωπικό δρόμο προσέγγισης της μουσικής. Αυτό που θέλω να επισημάνω είναι ότι στις αντιθέσεις μας πρέπει να επικρατεί η σύνθεση.
Ο ΕλληνοΧριστιανικός πολιτισμός έχει μέσα του το αιώνιο και το υπερχωρικό στοιχείο και επηρεάζει την πνευματική, θρησκευτική και ηθική ζωή όλων των ανθρώπων. Έτσι «μια ιστορική μουσικολογική ανασκόπηση της Εκκλησιαστικής Μουσικής της Ορθόδοξης Ρωσίας», που πραγματοποιεί η Σάντρα Πάκου (σελ. 121), αποδεικνύει περίτρανα ότι αυτή συγκεντρώνεται γύρω από την Ορθοδοξία.
Όταν ένα πνευματικό γεγονός υπερβαίνει την καταναλωτική χρήση ενός χώρου και υποτάσσει το χρόνο καθιστάμενο πάντοτε αγαθό πλήρες, χωρίς να υπόκειται στην ανακύκληση της ακμής και της παρακμής, μέρα με τη μέρα το πνευματικό αυτό γεγονός ή έργο έχει μια υπέρ – γεωγραφική ή διεθνική εξάπλωση έως ότου γίνεται κοινό αγαθό της οικουμένης, όπως όλα τα φυσικά στοιχεία ή οι γόνιμες φυσικές δυνάμεις της ζωής, ο ήλιος, η βροχή κ.λπ. Τελικά το Βυζάντιο είχε τη μεγάλη ικανότητα να διαμορφώνει με τον πολιτισμό του, με τη Βυζαντινή τέχνη, την Ορθόδοξη Ρωσία.
Μέσα λοιπόν σ’ αυτό το περίγραμμα και το ψυχικό κλίμα, πρέπει να δει κανείς, όπως νομίζω μια ακόμα εργασία, αυτή του Χαράλαμπου Θεοτοκάτου, «Η ελληνική μουσική» (σελ. 62). Όλοι οι μουσικοί και οι υμνογράφοι από τον πρώτο μέχρι τον έβδομο μ.Χ. αιώνα είχαν ελληνική παιδεία και γνώριζαν την αρχαία ελληνική μουσική: ο Ρωμανός ο Μελωδός, ο Ιωάννης Δαμασκηνός, ο Ανδρέας Κρήτης, αργότερα ο έξοχος θεωρητικός της μουσικής Εμμανουήλ Βρυένιος και αρκετοί άλλοι εργάστηκαν με πάθος και πέτυχαν τη συναίνεση, τη σύζευξη στοιχείων της αρχαίας ελληνικής μουσικής, της βυζαντινής και της δημοτικής μουσικής. Για να καταλάβει κανείς το μέγεθος της προσφοράς τους, θα πρέπει να παλινδρομήσει στους αιώνες της δουλείας, ώστε να διαπιστώσει ότι ο Ελληνισμός ακούμπησε στους προγόνους του, στην Ορθοδοξία, στους αίνους και ύμνους, που τους εξηγεί ο ιερέας και στα τραγούδια του.
Μπορεί σήμερα το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Ορθοδοξίας να συγκεντρώνει όλη την επίθεση του κακού· όμως από το «λόφο του Χριστού», όπως εύστοχα παρατηρεί ο Χαράλαμπος Καραπάνος (σελ. 85) ανατέλλει η ελπίδα, και η Ορθοδοξία μέσα από οδύνες και μαρτύρια ανεβαίνει το δρόμο της αντοχής της.
Δεν εξέλιπε η πίστη ότι η Πόλη είναι θεοφρούρητη και η Παναγία Υπέρμαχος Στρατηγός, στην οποία ο Ελληνισμός αφιερώνει τον λεγόμενο Ακάθιστο Ύμνο. Πολύτιμα ενημερωτικά στοιχεία για το Κοντάκιο μας δίνει ο π. Βασίλειος Δημόπουλος (σελ. 52).
Δεν είναι λοιπό δύσκολο τώρα να καταλάβουμε γιατί ο λαός μας πάντοτε, και ιδιαίτερα στις δύσκολες στιγμές, επικαλείται τη βοήθεια της Παναγίας. Δέεται επίσης του Θεού της Ορθοδοξίας ο άνθρωπος, το τρυφερό και ντελικάτο καλάμι, όπως τον προσονόμασε ο Pascal, γιατί έχει πρόγνωση των αδυναμιών του. Στον κήπο του Θεού, στο όρος των Ελαιών κατασκηνώνει και η Αναστασία Καλλιοντζή για να προσευχηθεί (σελ. 66), για τον πλούτο των δωρημάτων. Αλλά και στον ιερό ναό καταφεύγουν και προσφεύγουν στην παραμυθία της θείας λειτουργίας, αιτούμενοι τη θεία Χάρη, τόσο ο π. Δοσίθεος Κανέλος (σελ. 68) όσο και η Μαρία Βουλδή (σελ. 41), για να μετάσχουν του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Ταπεινός ακόλουθος του «Κατανυκτικού Τριωδίου» ο Λυκειάρχης Γιάννης Κωστάκης, μας προετοιμάζει να υποκλιθούμε στο μεγαλείο του Σταυρού και να πανηγυρίσουμε το θρίαμβο της Ανάστασης (σελ. 101).
Βλέπετε, δεν μπορεί να γίνει ιερουργία ή να έχουμε ευχαριστιακή συμμετοχή χωρίς άρτο και οίνο· το εκκλησίασμα προσκομίζει το πρόσφορο, τυλιγμένο σε καθαρή σινδόνη, μοσχοβολημένη, ωσάν να φέρει στο ναό το βρεφικό και σταυρικό μαζί σώμα του Θεού μας.
Στο Βυζάντιο ακουμπά και η Δήμητρα Βουλδή και με το κείμενό της «Εγκαυστική ζωγραφική» (σελ. 38) αλλά και με την Ορθοδοξία μέσα στην καρδιά της μας μυεί στην τεχνική της εγκαυστικής, με την οποία πειραματίστηκαν μεγάλοι ζωγράφοι, όπως ο Κόντογλου, ο Τσαρούχης, ο Νικολάου, ο Μαυροϊδής και άλλοι. Τράφηκαν πολλοί από το Βυζάντιο και πρέπει ο βυζαντινός μας πολιτισμός να γίνει ευρύτερα γνωστός σε όλους μας, γιατί υπάρχουν πολλοί και στη λογοτεχνία μας και στη ζωγραφική μας κυρίως που δέχτηκαν τεράστια και παραγωγική μαζί επίδραση από την αγιογραφία της Ορθοδοξίας.
Η Αθωνιάς Εκκλησιαστική Ακαδημία (σελ. 92) και η Ιστορία της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης (σελ. 96), αμφότερα σκεπάζουν τα όνειρα και τους καημούς της Ορθοδοξίας και της Ρωμιοσύνης· στην παλιά και στην καινούρια ιστορία, στις νέες γενιές, γυρίζουν σε περιόδους ακμής και σε χρόνους σκλαβιάς ο φιλόλογος καθηγητής κ. Χρήστος Κουλιάτσης και ο Άγιος Πρωτοσύγκελος της Ιεράς Μητροπόλεως Γερμανίας Αμβρόσιος Κατσουρίδης. Σ’ όλο αυτό το αναφύτεμα των αναμνήσεων νιώθουμε νοσταλγία και πόνο, «μνησιτήμων πόνος», όπως λέει και ο ποιητής που «όπου και να ταξιδέψει, η Ελλάδα τον πληγώνει».
Άλλοι γράφουν για τον «παλαιό Άγιο Χριστόφορο» και άλλοι για τον «Άγιο του Αγρινίου»· ο Χριστόδουλος Θεοδωρόπουλος θυμάται τα σπίτια με συντροφιά τους τα δέντρα, που τα έφαγε η «αντιπαροχή» ή η καταπάτηση, και ο Κώστας Κακαβιάς θυμάται τον Άγιο της πόλης, τον Παπαποστόλη «τον ακαταπόνητο Λενίτη», που κατέχει μια θέση αδιαχώρητη στην καρδιά των Αγρινιωτών. Στέμμα σωστό, πολύτιμο της πόλης μας ο Άγιος στο ναό του Θεού, της φύσης και της καρδιάς τελετουργεί μυστικά τη διάρκεια και την έξαρση (σελ. 60, 64).
Η συγκίνηση μεγάλη, καθώς αναφέρεται στην ιερά Μονή της Παναγίας, του καταφυγίου Δρυμώνα (Μπερίκου) ο Κώστας Δήμου Μαρηγιάννης (σελ. 115). Θυμάται τη γη του τόπου του, της θρησκείας μας το κτίσμα και των ραγιάδων και καπεταναίων το καταφύγιο.
Για την Ιερά Μονή Φωτμού Αιτωλίας, ένα λησμονημένο μοναστήρι του 16ου αιώνα στην Τριχωνίδα , γράφει η Δρ. Βυζαντινής Αρχαιολογίας Μαρία Π. Σκαβάρα (σελ. 130). Με τη γραφή της ξανα-χτίζει το Μοναστήρι, τόπο που φαίνεται σαν να έμεινε πιο πολύ πάνω του αφημένο, ακουμπισμένο, αναπαυμένο το χέρι του Θεού σε ώρα που έλαμπε μέσα στο νου του το ποίημα της δημιουργίας του, υπογραμμίζω την κραυγή αγωνίας και διαμαρτυρίας της κ. Σκαβάρα για την εγκατάλειψη της μονής.
Τη χορεία προσώπων σημαινόντων να οδοιπορεί διεγερτικά στην ύπαρξή μας, κεντρώνοντας θεσμούς και ιδανικά και κρίση, σκέπτονται ο Αρχιμ. Νεκτάριος Κιούλος που γράφει για τον αείμνηστο Μητροπολίτη Ναυπακτίας και Ευρυτανίας Χριστόφορο (σελ. 89) και ο Χρήστος Μουσελίμης που γράφει για τον Γεράσιμο Πρεβεζιάνο (σελ. 117), τον επιστήμονα που πάνω στο άνθος της δραστηριότητάς του μετώκισε από το «ενθένδε» στο «εκείσε» (σελ. 119). Σκιές φωτεινές, ιεράρχης με πίστη, αγωνιστής και μαχητής ο Μητροπολίτης Χριστόφορος, επιστήμονας και άνθρωπος ο Γεράσιμος.
Μαζί με τους παραπάνω σέρνει της ρωμιοσύνης το όραμα, πάνω στο άρμα της εκπαιδευτικής παράδοσης και του δικαιωμένου αγώνα, η αλησμόνητη δασκάλα Ευφροσύνη Τσακάλου – Παπαγαλάνη, για το έργο και τη ζωή της οποίας γράφει ο καθηγητής Πανεπ. Γρηγόρης Κωσταράς. Η δικαιολογημένη φραστική και συναισθηματική φόρτιση σε όσα λέει, δεν τον εμποδίζει να δει τη μορφή της δασκάλας του Φρόσως Παπαγαλάνη με καθαρό μάτι και με σέβας και να αναδείξει τη «θεήλατη» όπως γράφει παιδαγωγό με το «θελκτικό της λόγο», «την πλαστουργό των παιδικών του χρόνων».
Ο καλός μελετητής της κλασικής φιλολογίας κ. Κωσταράς ανοίγει καρπερό διάλογο με το Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τους τραγικούς και εξετάζει τους δύο βασικούς πόλους, Ζωή – Θάνατος, για να τονίσει την αυτάρκεια του δικαιωμένου θανάτου, κάτι που ο Αριστοτέλης θα το έλεγε ευτυχή και ηδονόφορα κάθαρση και λύση της τραγωδίας της ζωής.
Στον περίβλεπτο φυσικό εξώστη της Αγίας Ευφροσύνης Καλλιθέας όρθιος προσκυνητής, απολαμβάνω με την οπτική περιπλάνηση το αισθητικό αριστούργημα να κεντά τη δύναμη του μεγαλείου στην ψυχή μου, με τις κλωστές της μαγείας του τοπίου. Το χάρμα των ματιών, τα μονοπάτια στην εξοχή, τα σπίτια ανάκατα, χωρισμένα από δρόμους, με συντροφιά τους τα δέντρα, και κάτω η λίμνη της Τριχωνίδας και το συμπαθητικό (που συμπαθαίνει) βιβλίο «Το Ψαλτήρι» οδήγησαν τη σκέψη μου σε όσα έγραψα παραπάνω.

Από καρδιάς εύχομαι η αξιόλογη προσπάθεια της έκδοσης του περιοδικού με την πλειάδα την εκλεκτών συνεργατών να συνεχισθεί όχι μόνο για να προσφέρει πνευματική τροφή στο αναγνωστικό κοινό, γαλήνη ψυχής, ηρεμία, ανάταση, αλλά και για να αποδίδει κυρίως φόρο τιμής στα ιερά και τα όσια της Πατρίδας μας.
Χρήστος Τζούλης



Καθηγητού Πανεπιστημίου Ιωαννίνων



Καλλιθέα Τριχωνίδας Σεπτέμβριος 2011

φωτογραφικά στιγμιότυπα από διάφορες εκδηλώσεις στον Ιερό Ναό

Λίγο μετά την παρουσίαση του Ανθολογίου από τον Ελλογιμότατο καθηγητή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κ। Χρήστο Τζούλη.

Κατά την θεία λειτουργία Ιερουργούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ।κ. ΚΟΣΜΑ.



Άποψη του εξωτερικού χώρου του Ναού κατά της παρουσίαση του βιβλίου Ανθολόγιο Μουσικολογικού - Εκκλησιαστικού Περιοδικού ¨ ΤΟ ΨΑΛΤΗΡΙ¨





Άποψη του εξωτερικού χώρου του Ναού μετά την παρουδιάση του Ανθολογίου.







Από την βράβευση του καθηγητού της Νομικής κ। Σπυρίδωνος Φλογαίτη ο οποίος λόγου εκτάκτου απουσίας του στο εξωτερικό εκπροσωπήθηκε από την Δρ। κ। Ελένη Δαουτσάλη। Το βραβείο απονέμει ο Αντιπρόεδρος της ΕΛ।Μ।Ε κ। Θεόδωρος Καραπάνος.









Από την βράβευση της Πρωτοψάλτριας- Ερμηνεύτριας Παραδοσιακού Τραγουδιού και Δικηγόρου κ। Νεκταρίας Καραντζή। Το βραβείο απονέμει για την ΕΛ।Μ।Ε ο Δρ। Ανδρέας Βλάχος.











Κατά την εκφώνηση του λόγου του ο Πρωτοψάλτης κ। Θωμάς Μωραίτης, πρώην Πρόεδρος του Συλλόγου Ιεροψαλτών Αιτωλοακαρνανίας। Διακρίνεται ο Αντιπρόεδρος της ΕΛ।Μ।Ε πτυχιούχος Ιεροψάλτης κ। Θεόδωρος Καραπάνος.













Από την βράβευση του Πρωτοψάλτου - Συνθέτου και Θεολόγου κ. Απόστολου Παπαχρήστου। Το βραβείο απονέμει εκ μέρους της ΕΛ.Μ.Ε ο Δήμαρχος Παραβόλας κ। Βασ। Καπέρδας.















Από την βράβευση του Πρωτοψάλτου και πρώην Προέδρου του Συλλόγου Ιεροψαλτών Αιτωλοακαρνανίας κ. Λουκά Σκιαδά. Εκ μέρους της Ελληνικής Μουσικολογικής Εταιρίας απονέμει ο Πρόεδρός της, πρωτοπρεσβύτερος. π. Βασίλειος Δημόπουλος.




















Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

Βίος Αγίας Ευφροσύνης



Η Αγία Ευφροσύνη εορτάζει στις 25 ΣεπτεμβρίουΘυγάτηρ Παφνουτίου του ΑιγυπτίουΗ Οσία Ευφροσύνη έζησε στα χρόνια του Θεοδοσίου του μικρού [περί το 410 μ.Χ.), ήταν μοναχοκόρη και πολύ πλούσια. Ο πατέρας της Παφνούτιος ήταν ο πλουσιότερος της Αλεξάνδρειας και μαζί με τη σύζυγο του διακρίνονταν για τη θερμή πίστη τους στο Θεό.Δώδεκα χρονών η Ευφροσύνη έμεινε ορφανή από μητέρα, και ο πατέρας της αφοσιώθηκε ακόμα πιο φιλόστοργα στην επιμέλεια της κόρης του. Όταν η Ευφροσύνη έφθασε στο 18ο έτος της ηλικίας της, ο πατέρας της θέλησε να την παντρέψει με ένα νέο υψηλής κοινωνικής τάξης.Όμως την ψυχή της Ευφροσύνης είχε καταλάβει ο θείος έρωτας. Ο γάμος και οι κοσμικότητες θα της ήταν εμπόδιο να αφιερωθεί συστηματικά στην ελεημοσύνη και στην υπηρεσία του πλησίον.Η Ευφροσύνη πραγματοποιεί το θέλημα τηςΚάποιες μέρες πού απουσίαζε ο πατέρας της, κατά θεία Πρόνοια ήλθε στην Αλεξάνδρεια ένας Πνευματικός ενάρετος από κάποια σκήτη. Αυτόν τον κάλεσε η Ευφροσύνη για να εξομολογηθεί. Με την εξομολόγηση είπε και όλον της τον πόθο, να απαρνηθεί τον κόσμο, για την αγάπη του Κυρίου.Τον ερώτησε ακόμη, και τί πρέπει να κάμει σ’ αυτήν την περίσταση. Ο Καλόγηρος της απάντησε:- Ξέρεις, κόρη μου, ότι ο Κύριος λέγει στο ιερό Ευαγγέλιο: ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ, ουκ εστί μου άξιος. Αφού λοιπόν ο φιλόστοργος αυτός Δεσπότης άναψε στην καρδιά σου τον ιερόν αυτόν και σωτήριον έρωτα, να σπεύσης όσο μπορείς γρηγορότερα. Άρον τον σταυρόν και ακολούθησε. Αυτόν, πριν ψυχρανθή ο πόθος σου. Μη αφήσης να φθείρη την παρθενία σου φθαρτός άνθρωπος. Νυμφεύσου τον ουράνιο Βασιλέα, για να αγάλλεσαι με αυτόν ζωήν αιώνιον.Η Ευφροσύνη γίνεται ΜοναχήΌταν άκουσε τα θεια αυτά λόγια η Ευφροσύνη, χάρηκε πάρα πολύ, και τον παρακάλεσε να την αξιώσει να γίνει Μοναχή. Αμέσως ο Πνευματικός εξετέλεσε την επιθυμία της. Διάβασε την ανάλογη ευχή, την κούρεψε και της φόρεσε το Αγγελικό Σχήμα, με δεήσεις προς τον Θεό να την αξιώσει να τελειώσει τον πόθο της.Όταν τελείωσε την τελετή αυτή ο Πνευματικός, έφυγε για το ασκητήριό του.Όταν έμεινε μόνη η Ευφροσύνη σκεπτόταν πώς να κάμη, πού να πάει να κρυφθή να μην την εύρουν οι συγγενείς της και την εμποδίσουν. Συλλογίζονταν αν έμπαινε σε Μοναστήρι γυναικών, ήταν ενδεχόμενο να την εύρουν οι συγγενείς της. Γι αυτό, απέβαβαλε τη Μοναχική στολή, έβγαλε μαζί και τον χιτώνα και τη γυναικεία νοοτροπία, και ντύνεται ανδρικά. Κατόπιν με προφύλαξη ξεφεύγει από την προσοχή των υπηρετών της και αφήνει σπίτι λαμπρό, χρυσάφι και ασήμι άφθονο, μαργαριτάρια και λοιπά χρυσαφικά. Απαρνιέται πατέρα,μνηστήρα, συγγενείς. Περιφρονεί τις απολαύσεις του κόσμου, και παίρνει τον Σταυρό τον γλυκύτατο του Χριστού και πηγαίνει σε κείνο το ίδιο το Μοναστήρι, από το όποιο την ίδια μέρα έφυγε ο πατέρας της ο Παφνούτιος.Παρουσιάζεται σαν άνδρας στον ΗγούμενοΌταν παρουσιάσθηκε στον Ηγούμενο, εκείνος τη ρώτησε κατά την τάξη, από πού είναι και τί ζητούσε. Εκείνη αποκρίθηκε:Σμάραγδος, ονομάζομαι, Δέσποτα, και είμαι ευνούχος στο παλάτι του Θεοδοσίου. Επειδή δε βαρέθηκα το θόρυβο και τη σύγχυση του βίου, άκουσα δε και την καλή φήμη και τις αρετές της αγιοσύνη σας, ήλθα να σας παρακαλέσω να με δεχτείτε στη συνοδεία σας.Δέχτηκαν τον Σμάραγδο στο Μοναστήρι και τον έστειλαν να γίνει υποτακτικός σε έναν γέροντα. Όμως ο σατανάς που φθονούσε προσπαθούσε να νικήσει την Ευφροσύνη.Αφού όμως είδε, ότι δεν μπορεί να μείωση τον τόνο της αρετής της, προκαλούσε τους άλλους Μοναχούς με έρωτα του κάλλους της, πού όταν την έβλεπαν σκανδαλίζονταν. Τόσο δε επάθαιναν, πού αναγκάσθηκαν να το πουν στον ηγούμενο.Ο Σμάραγδος απομονώνεταιΌταν έμαθε αυτά ο Ηγούμενος, διέταξε το Σμάραγδο να ησυχάσει σε ένα κελί αναχωρητικό. Δεν του επέτρεψε να πάει αλλού, ούτε να δέχεται κανένα στο κελί του, ούτε να συνομιλεί με κανένα. Να διαβάζει μόνος του την ακολουθία του, και ο Αγάπιος να του φέρνει ότι χρειάζεται. Βιβλία για να αναπτύσσεται πνευματικά και τρόφιμα για τη συντήρηση του.Η μακαρία χάρηκε υπερβολικά, όταν βρέθηκε μόνη και απαλλάχθηκε από κάθε ενόχληση. Με τον τρόπο αυτό αύξανε και ο ζήλος της προς τον Κύριο. Πρόσθεσε νηστεία στη νηστεία και με αγρύπνιες και προσευχές αγωνιζόταν περισσότερο ώστε να θαυμάζει ο Αγάπιος και να τα διηγείται στην αδελφότητα με κάθε λεπτομέρεια.Επιστρέφει ο πατέρας και αναζητεί την κόρη τουΌταν γύρισε ο Παφνούτιος από το Μοναστήρι στο σπίτι του, και δεν βρήκε την θυγατέρα του, άρχισε να ρωτά τους δούλους του και τις θεραπαινίδες της μήπως επήγε σε κανένα από τους συγγενείς τους. Άρχισε να θρηνεί ο πατέρας της αλλά και ο μνηστήρας της θρηνούσε περισσότερο ακόμη.Μη υποφέροντας τη λύπη του ο Παφνούτιος, έρχεται στον αγιώτατο Ηγούμενο του Μοναστηρίου ρκείνου για να του αναγγείλει τη συμφορά του. Είχε την ελπίδα, ότι αφού με τις προσευχές του χάρισε ο Θεός την Ευφροσύνη, έτσι πάλι με τις προσευχές του μπορούσε να του φανερώσει τι έγινε.Ο ηγούμενος προσεύχεται με όλους τους ΜοναχούςΟ Ηγούμενος δάκρυσε. Σπλαχνίστηκε το φίλο του και κάλεσε όλη την αδελφότητα για να μάθουν τη θλίψι του φίλου των. Προτείνει λοιπόν να νηστέψουν όλη την εβδομάδα και να προσεύχονται όλοι, έως ότου αποκαλύψει ο Κύριος σε κανένα από αυτούς, σε ποιόν τόπο βρίσκεται η Ευφροσύνη. Οι μοναχοί έκαμαν, όπως τους είπε ο ηγούμενος. Αλλά κανένα όνειρο δεν είδαν, διότι η Όσια δεόταν και αυτή να μην την φανερώσει ο Κύριος. Γι αυτό επέτρεψε ο ελεήμων και φιλεύσπλαχνος Κύριος, να βασανίζεται ο Παφνούτιος μάλλον και να πένθη κλαίγοντας, παρά να τον παρηγορήσει, και να λυπήσει την ψυχή εκείνη, η οποία τον αγάπησε και για την αγάπη του θυσίασε την πατρική αγάπη και κάθε κοσμική απόλαυση.Λέγει λοιπόν ο Ηγούμενος στον Παφνούτιο:Μη λυπάσαι, τέκνον μου, μήτε να οδύρεσαι ανόητα και άσκοπα, καθώς οι άπιστοι, πού δεν έχουν άλλη ελπίδα, παρά μόνο της παρούσης ζωής. Πίστεψέ με, πού είμαι γέροντας, ότι η θυγατέρα σου σε καλό και θεάρεστο δρόμο πήγε. Γιατί, αν δεν ήταν άσφαλισμένη για το καλό της, δεν θα μάς καταφρονούσε ο Κύριος, άλλά θα μάς έδειχνε τί έγινε. Λοιπόν για να μη εμπόδιση τη σωτηρία της την σκεπάζει. Παρηγορήθηκε κάπως με τα λόγια αυτά ο Παφνούτιος και σε λίγο έφυγε. Άλλα και πάλιν ερχόταν πολλές φορές στη Μονή, για να βλέπει τους αγίους Πατέρες και να παίρνει μικρή παρηγοριά από τα λόγια τους.Βλέπει την κόρη τουΚάποια μέρα, πού είχε πάει πάλι στο Μοναστήρι ο Παφνούτιος, του λέγει ο ηγούμενος:Θέλεις να δεις ένα αδελφό πού έχουμε, πολύ νεαρό, αλλά πολύ θαυμάσιο στην αρετή। Ονομάζεται Σμάραγδος και είναι από αρχοντικό γένος। Παράτησε πλούτο και δόξα του κόσμου, και τόσο αγωνίζεται για τις εντολές του Κυρίου, ώστε δεν είναι άλλος όμοιός του.Χάρηκε ο Παφνούτιος, όταν άκουσε αυτά, και αφού τον οδήγησε ο Αγάπιος πήγε στο κελί της Ευφροσύνης. Τί απροσδόκητη χαρά για την Ευφροσύνη να δη ξαφνικά τον πατέρα της μπροστά της! Τα μάτια της πλημμύρισαν δάκρυα και έτρεχαν ποταμηδόν. Αλλ' αυτός δεν την γνώρισε. Τόση κακοπάθεια είχε από τη νηστεία, τις αγρυπνίες και τις γονυκλισίες και τις ορθοστασίες και τους κόπους! Τέλος έπαυσε να κλαίει η Ευφροσύνη. Έκαμε αμέσως ευχή κατά την συνήθεια και ύστερα λέγει στον Παφνούτιον:Πίστεψέ με, άνθρωπε, άνθρωπε αν ήταν η θυγατέρα σου στον δρόμο της απώλειας, δεν θα περιφρονούσε ο ελεήμων Θεός τις ευχές και τις ελεημοσύνες και τα δάκρυά σου. Δε θα περιφρονούσε τις δεήσεις, πού κάνουμε εμείς οι αμαρτωλοί μαζί με τον καθηγούμενο μας, όλη την ημέρα, από αγάπη προς σένα. Αλλά πιστεύω στον Θεό, ότι διάλεξε την αγαθή μερίδα. Αφού είπε αυτά τον άφησε να φύγει. Φεύγοντας ο Παφνούτιος επήγε στον Ηγούμενο και του λέγει:Σε ευχαριστώ Άγιε Πάτερ, τόσο ευχαριστήθηκα με τα λόγια του Όσιου Σμάραγδου, πού μου φάνηκε πώς είδα το ίδιο το κορίτσι μου.Πεθαίνει η ΕυφροσύνηΤριάντα οκτώ χρόνια έμεινε αγνώριστη η Ευφροσύνη στο Μοναστήρι και τότε αρρώστησε. Κατά θείαν πρόνοιαν έτυχε να είναι εκεί ο Παφνούτιος. Όταν είδε το Σμάραγδο άρρωστο, άρχισε να κλαίει πικρά και να λέγει:Αλλοίμονο σε μένα τον άθλιο! Ποιος θα με παρηγορήσει στα γηρατειά μου; Τριάντα οκτώ χρόνια είναι πού έχασα το παιδί μου, και μόνο συ, πάτερ Σμάραγδε, με παρηγόρησες. Συ μου έδωσες θάρρος και ελπίδα. Τώρα ούτε εκείνο βλέπω, ούτε εσένα έχω πλέον, πού ήσουνα η παρηγοριά της λύπης μου. Τώρα απελπίστηκα και δεν πιστεύω πλέον να δω την θυγατέρα μου.Τότε εκείνη του λέγει:Γιατί θλίβεσαι τόσο και βασανίζεσαι; Μην χάνεις την ελπίδα σου. Κάμε υπομονή, υπόμενε άλλες τρεις ημέρες, και να δεις του Θεού τα θαυμάσια.Έμεινε λοιπόν ο Παφνούτιος, νομίζοντας, ότι ο Κύριος αποκάλυψε στο Σμάραγδο αυτό, πού ποθούσε, και γι' αυτό του είπε να μείνει τρεις ήμερες. Όταν έφθασε η τελευταία ημέρα της Όσιας κάλεσε τον Παφνούτιο και του λέγει:Επειδή ο Παντοδύναμος Θεός οικονόμησε τα δικά μου όπως ήθελε, και με αξίωσε να τελειώσω την καλή μου πρόθεση, θέλω να σου αποκαλύψω τώρα πού φεύγω για την αιώνια αγαλλίαση, και να σε απαλλάξω από τη φροντίδα. Μάθε λοιπόν, ότι εγώ είμαι η θυγατέρα σου. Για να μη με εμποδίσρις, άλλαξα σχήμα, και με βοήθησε ο Θεός να μη με αναγνωρίσεις. Και πάλι τώρα σε έφερε κοντά μου, για να με δεις και παρηγορηθείς και να ενταφιάσεις το σώμα μου. Όταν ήλθα εδώ στη Μονή, υποσχέθηκα στον ηγούμενο επειδή είχα πλούτη πολλά, να τα αφιερώσω στη Μονή, αν μπορέσω ως το τέλος να υποφέρω και να μείνω εδώ. Ο Κύριος με αξίωσε. Λοιπόν σε παρακαλώ, ξεπλήρωσε εσύ την υπόσχεση αυτή. Δώσε στους Πατέρες όσα ήθελες να δώσεις σε μένα. Είναι πολύ ενάρετοι άνθρωποι.Αφού είπε αυτά, παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του Θεού.Ο Παφνούτιος συντρίβεταιΟ πατέρας της Ευφροσύνης έμεινε κατάπληκτος, για το απροσδόκητο τέλος της κόρης του. Έπεσε στη Γή σαν νεκρός άφωνος και άλαλος. Δεν ήξερε εάν έπρεπε να ευρανθεί που την βρήκε ή να θρηνήσει για τον θάνατο της. Αλλά τους θρήνους διαδέχεται η χαρά πού μετατρέπει σε ευχαρίστηση τα δάκρυα.Ένα θαύμα στον ένταφιασμό τηςΟ Αγάπιος από τα λόγια του Παφνούτιου κατάλαβε, ότι ο Σμάραγδος ήταν η θυγατέρα του Παφνούτιου, και έτρεξε και το ανήγγειλε στον Ηγούμενο και σε όλη την αδελφότητα. Έτρεξαν αμέσως όλοι και συναγωνίζονταν ποιος να πλησιάσει πιο μπροστά το άγιο λείψανο, για να το ασπασθεί με ευλάβεια. Ένας ασκητής, πού είχε το ένα μάτι τυφλό, όταν ασπάστηκε την Αγία ώ του θαύματος! Βρέθηκε με δυο μάτια γερά. Από το μεγάλο αυτό θαύμα κατάλαβαν πόση χάρη επήρε από τον Κύριο. Αμέσως αύξησαν την ευλάβεια προς αυτήν και δοξολόγησαν τον Κύριο.Κατόπιν ενταφίασαν με τιμή το ιερότατο λείψανο και κατά την ταφή, έλαμψε το πρόσωπο της Άγιας, σαν ήλιος.Ο Παφνούτιος μένει για πάντα στο ΜοναστήριΜετά την ταφή της Αγίας, ο Παφνούτιος δεν έφυγε. Έμεινε για πάντα στη Μονή. Διαμοίρασε όλα τους τα υπάρχοντα στους φτωχούς, σε σχολεία σε Εκκλησίες και κατοίκησε στη Μονή αφού έγινε Μοναχός. Κατοικία του ήταν το κελί της Ευφροσύνης και κοιμόταν στην ίδια ψάθα, πού κοιμόταν και κείνη. Έζησε σαν Μοναχός δέκα έτη με μεγάλη αρετή και ευσέβεια.Όταν πέθανε τον ενταφίασαν στο μνημείο της Ευφροσύνης, εις δόξαν του Πατρός και του Υιού και του Άγιου Πνεύματος. Αμήν. (από क्ष्रिस्तिअनोस.गर)