
Σεβασμιότατε Μητροπολίτη Αιτωλίας και Ακαρνανίας, Άγιε Πρωτοσύγκελε, Σεβαστό Ιερατείο, Κύριε Δήμαρχε Αγρινίου, Κυρίες και Κύριοι
Επιτρέψτε μου εν προοιμίου να ευχαριστήσω το σεμνό και εκλεκτό φίλο και συμπολίτη κ. Θεόδωρο Καραπάνο, καθώς επίσης τη συντακτική ομάδα για την ιδιαίτερα τιμητική πρόκληση να «παραδώσω» την πνευματική τους πράξη, το ανθολογικό «Ψαλτήρι», στον έξω κόσμο. Εύστοχα η λειτουργία αυτή αποκαλείται «έκδοση», δηλαδή παράδοση στην κρίση των συνανθρώπων, οι οποίοι δέχονται το πνευματικό έργο. Όμως αυτή η «κατηγορία» της πνευματικής πράξης υψώνει τον άνθρωπο στο υψηλό επίπεδο προσχωρήσεώς του στην κοινωνία και τον κόσμο της, κυρίως όμως σώζει τον άνθρωπο και το λόγο του μέσα στην οικονομία του χρόνου και του πολιτισμού. Αλλ’ ίωμεν επειδή και ο χρόνος βιάζει.
Από Θεού έρχεται ως θεία χάρις ο Λόγος στον άνθρωπο, άποψη ιερή για την αποστολή των εκλεκτών δημιουργών, που τη βρίσκουμε έκτυπη στο στόμα των μεγάλων προφητών και ποιητών της Παλαιάς Διαθήκης, καθώς και στους προπάτορες της Ποίησης Όμηρο και Ησίοδο και στους αρχαίους λυρικούς.
Στην ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως κ.κ. Βαρθολομαίου στο ιστορικό μοναστήρι «Παναγία Σουμελά» στις 15 Αυγούστου του 2011, ακούμε ένα λόγο ποιητικό, συναισθηματικά φορτισμένο, καθώς ύστερα από εννέα περίπου δεκαετίες ξανά – λειτουργείται η εκκλησία της Μεγαλόχαρης· (ακούμε) ένα λόγο ισχυρό, καταρρακτώδη, βροντώδη, λόγο ως φωνή υδάτων πολλών, όπως λέει ο προφήτης. Εννοώ αυτή τη γλωσσική γαλουχία που ενώνει το ποντιακό «Θεομητοροσκέπαστον» όρος Μελά, την «αγιοτόκο» και «αγιοτρόφο» γη του Πόντου με τον Ουρανό. Γι’ αυτό και το ουράνιο και επίγειο κάλλος δεν χωρίζονται, γιατί και το πρώτο, που προς αυτό κατατείνει ο θεοφόρος πατριάρχης Βαρθολομαίος, τρέφεται από το δεύτερο (όπως ο Ιησούς που αναζήτησε καρπό από την αθώα συκή) [σελ. 11].
Συνηχεί μαζί του ο Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ.κ. Κοσμάς, καθώς μας παραπέμπει στους μυστικούς της Ορθοδοξίας, όπως ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, οι οποίοι ενσταλάζουν τις κυμάνσεις των σπλάχνων τους, καθώς λέει ο ταπεινός Ρωμανός ο Μελωδός, στα κείμενά τους και στον ένυλο κόσμο που τους περιβάλλει (σ. 15).
Στο ίδιο άγιο όρος («στη ράχη του Μελά») με τον Ιωάννη της Κλίμακος κατασκηνώνει ο Μητροπολίτης Πέργης κ.κ. Ευάγγελος, ο οποίος αρθρώνει στη ντοπιολαλιά λίγα λιτά και ταπεινά λόγια για την «καινή ανάβαση» και «της Σουμελιώτισσας τα στεφανώματα»:
και να το πρώτο στην πορεία θαύμα
όταν αντί σε «Κοίμηση» τη Μεγαλόχαρη
χαριτωμένη την αντίκρισε με στέμμα
βασίλισσα του ουρανού σε όραμα
Η ασκημένη ευαισθησία του ιεράρχη Ευαγγέλου και οι επιθυμίες του, όπως και οι προσδοκίες του, που αποτελούν και συν – προσδοκίες του λαού, εμμεσοποιούνται και μετουσιώνονται στο «ποίημα, διά την Παναγία Σουμελά» (σελ. 17) γι’ αυτό και λάμπουν όπως οι δροσοστάλες στην έγκαρπη αναδενδράδα.
Αλλά και ο αβρός και ευγενικός Μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου Καστελλίου και Βιάνου κ.κ. Ανδρέας, από άσκηση και πείρα και κυρίως από πίστη, συγκατάβαση και ευλάβεια ερευνά τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας ή καλύτερα το πρόβλημα των σχέσεων μεταξύ Ελληνισμού και Χριστιανισμού. Πέραν των Συνταγματικών ρυθμίσεων, των Πολιτειοκρατικών συστημάτων, πέραν των εξελίξεων (από την πολιτειοκρατία στη συναλληλία), η ιστορία της Εκκλησίας δείχνει ότι ο Ελληνισμός και ο Χριστιανισμός συγκλίνουν, συναιρούνται και συγχέονται στον ΕλληνοΧριστιανικό πολιτισμό. Πάντως, δεν είναι λίγη εύνοια ούτε λίγη τύχη να είναι κανείς εγκάτοικος και κληρονόμος αυτού του αδαπάνητου μεταλλείου, που λέγεται ελληνικό πνεύμα με τις νωπές φλέβες του Βυζαντίου, της Ορθοδοξίας και του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, το οποίο ακόμα δεν έχει ερευνηθεί και μελετηθεί στο βαθμό που του αρμόζει (σελ. 19).
Με την ίδια πίστη και από τη δική του κέλλα, ο Μητροπολίτης Μεξικού κ.κ. Αθηναγόρας, όπως ο αββάς Ζαχαρίας του Γεροντικού, ξέρει να ευλογεί τον άνθρωπο, τα όντα και τα πράγματα. Τέτοιες έντονες και σύνδρομες αυτενέργειες και συνενέργειες τις χρειαζόμαστε, για να έχουμε προκλήσεις κήπων και στην καρδιά του Γενάρη, ιδίως τότε (σελ. 22).
Ο Σίσυφος είναι ίσως το πρώτο πρόσωπο, το οποίο κίνησε τη γνώση του ανθρώπου πέρα από το σύνορο της μοίρας. Ο Θεός τον τιμώρησε και εκείνος υπερέβη το μέγεθος της τιμωρίας, απελευθερώθηκε από τα εξωτερικά στοιχεία και γνωρίσματα της τιμωρίας του, κατέκτησε ένα μεγάλο μέτρο ανθεκτικότητας, άσκησης, έργου τόλμης και αυτοθυσίας. Μάταια ανέμενε το λυτρωτικό χέρι του Θεού να αναπαύσει την αγωνία του, το άχθος του, τη δραματική αγωνία της ψυχής του. Αυτόν τον Θεό της ταπείνωσης και της αγάπης αποκαλύπτει ο Άγιος Πρωτοσύγγελος Μητροπόλεως Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ.κ. Επιφάνιος Καραγεώργου και συνάμα με την επικουρία του Ιερού Χρυσοστόμου λυτρώνει τον άνθρωπο από προκαταλήψεις, οι οποίες θόλωναν την δράση ακόμη και μεγάλων επιστημόνων, που αδίκησαν καθεαυτή τη διδασκαλία του Χριστού για τη μέλλουσα κρίση.
Ο π. Επιφάνιος υπογραμμίζει την ευθύνη του ανθρώπου για τη σωτηρία του και επισημαίνει ότι ο Ιησούς είναι Θεός με άπειρες πύλες, εισόδου για κάθε άνθρωπο, συγκαταβαίνει, τον πλησιάζει και τον ενισχύει. Ο άνθρωπος προσμετράται προς τη δική του ευθύνη απέναντι στον κόσμο, στον εαυτό του και γίνεται μέτρο της ζωής και των πραγμάτων.
Υπάρχει ο δρόμος του ανθρώπινου εγωισμού κάτω από αυτή τη σκέψη, αλλά και η χαρά της δημιουργίας προτύπων, αληθινών μέτρων ζωής, πράξεως, σκέψεως, δημιουργίας με θεϊκή διάρκεια. «Ο αγωνοθέτης Θεός και ο υπεύθυνος άνθρωπος», γράφει ο π. Επιφάνιος, «είναι πρωταγωνιστές της μέλλουσας κρίσης για τον Ιερό Χρυσόστομο» (σελ. 72).
Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν υψηλής στάθμης παιδεία. Δυστυχώς στην εποχή μας λείπει το συνθετικό όραμα της παιδείας καθώς και η φιλοσοφία της· η παιδεία έγινε χρησιμοθηρική και ωφελιμιστική· έχασε τους οφθαλμούς της που ήταν στραμμένοι στο φωτεινό τμήμα του όντος, που είναι το αγαθόν, όπως και δίδαξε ο μεγάλος θεωρητικός της Πλάτων, διαλονίκης η Δέσπω Λιάλιου (σελ. 28).
Περισσότερο όμως η «Παιδεία μας παρακάμπτει κατουσίαν την τέχνη γενικότερα και τη μουσική ειδικότερα» (την παραθεωρεί ή την παρερμηνεύει) και αν δεν κάλυπταν από απόσταση και εν μέτρω τα δικά της κενά οι παντοειδείς πολιτισμικές εκδηλώσεις που αναλαμβάνονται από διαφόρους φορείς, η μουσική τέχνη θα παρέμενε ακόμη φτωχός συγγενής και δεν θα πρωτοστατούσε στη διακονία της ψυχής.
Θέλω εδώ να επισημάνω ότι η Μουσική δημιουργεί τους αναγκαίους εκείνους συνεκτικούς δεσμούς, οι οποίοι λειτουργούν ως δίαυλοι επικοινωνίας ανάμεσα στους λαούς. Από την αρχαιότητα ήταν γνωστός ο ενωτικός και αδελφοποιός ρόλος της Μουσικής στην αγωγή των πολιτών: Ο Πολύβιος ο Μεγαλοπολίτης στο τέταρτο βιβλίο των ιστοριών του αναφέρεται στη δύναμη εξανθρωπισμού και εξημέρωσης της Μουσικής· ψέγει μάλιστα τους Κυθαινείς που κατοικούσαν στην περιοχή των σημερινών Καλαβρύτων, γιατί παραμέλησαν την καλλιέργεια της Μουσικής αχρηστεύοντας ταυτόχρονα και το μεταξύ τους δεσμό, αφού έφθασαν σε αλληλοσφαγή.
Ο Πλούταρχος επίσης αναφέρει ότι οι Αθηναίοι σκλάβοι που ζούσαν κάτω από άθλιες συνθήκες στα λατομεία της Σικελίας, έπειθαν τους Συρακούσιους να χαλαρώσουν τα δεσμά τους και να απολαμβάνουν ένα είδος ελευθερίας, καταφεύγοντας στο τραγούδι – απήγγειλαν μάλιστα και τραγούδια χορικών του Ευριπίδη.
Όταν σκάφτει κανείς στα στρώματα της παράδοσης συναντά άφθονα παραδείγματα σωστής επίδρασης της Μουσικής πάνω στα ήθη του λαού μας. Ο Αμφιών, ο μέγιστος των κιθαρωδών, κατόρθωνε με τη μουσική να μετακινεί ακόμη και τις πέτρες· ο Ορφέας με το άσμα του εξημέρωνε τα άγρια θηρία· στους χρόνους της μακράς δουλείας οι ύμνοι και τα δημοτικά μας τραγούδια ενίσχυαν και καθιστούσαν ακατάλυτη τη συνείδηση του συν – ανήκειν στο Γένος μας. Επί τετρακόσια χρόνια, λέει ο μεγάλος νεοέλληνας ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ο λαός μας ακούει τους αίνους ψαλλόμενους εν τοις ιεροίς ναοίς υπέρ των παλαιών αυτών βασιλέων και των κατορθωμάτων αυτών:
Χαίρε τίμιον διάδημα βασιλέων ευσεβών
Χαίρε δι’ ης εγείρονται τρόπαια
Χαίρε δι’ ης εχθροί καταπίπτουσι
Αν δει κανείς τα αιθεροβάμονα ιερά κείμενα, όπως τους Οίκους του Τιμίου Σταυρού και τους Χαιρετισμούς ή τα αδαμάντινα ψηφία του Παρακλητικού Κανόνα και των Καταβασιών θα συνειδητοποιήσει ότι η Ποίηση, μαζί με τη Μουσική και τη Ζωγραφική αποτελούν το τρίδυμο το ονειρικό, μέσα στο οποίο αναπαύεται η ψυχή, γιατί της χαρίζουν συγκίνηση και αισθητική ηδονή και προπάντων τη μορφοποιούν, όπως γράφει ο Ε. Π. Παπανούτσος (Νέα Εστία 1953, σ. 83).
Ανήκω στους θαυμαστές της Βυζαντινής Τέχνης, της Μουσικής, της Αρχιτεκτονικής, της Ζωγραφικής και της Βυζαντινής Λογοτεχνίας, που είναι χαρακτηριστικά ιδιότυπη. Η Βυζαντινή Μουσική δεν είναι δημιούργημα με αυτοτέλεια γενετική, αλλά αποτελεί κληρονομιά που οι ρίζες της φθάνουν ως τα προ-ομηρικά χρόνια. Η περιδιάβαση στα πεδία της μουσικής τέχνης (αρχαία μουσική σημειογραφία, Οκτώηχος βυζαντινής μουσικής, δημοτική μουσική) που επιχειρεί ο Σωτήρης Δογάνης (σελ. 54) σμίγει αρμονικά τις δυο άκρες του μουσικού λόγου ανάμεσα από μια ροή τριών και πλέον χιλιάδων χρόνων.
Με τη Βυζαντινή τέχνη έγινε κάτι σύστοιχο με τη δημοτική μας ποίηση, θέμα που πραγματεύεται η Νεκταρία Καραντζή (σελ. 76). Στα τραγούδια της χαράς (του γάμου) ο χαρακτήρας της μουσικής είναι χαρούμενος και η παρεμβολή των τσακισμάτων ή γυρισμάτων πλουτίζουν το τραγούδι σε ψυχικό πάθος και ρυθμό.
Ομοίως μας τέρπει και μας κάνει χορευτές Χριστού (όπως θα έλεγε ο ιερός Κλήμης ο Αλεξανδρεύς) το τρόπαιο που ψάλλεται κατά την Ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως:
Έθελψας πόθω με Χριστέ
και ηλλοίωσάς με τω θείω σου έρωτι·
αλλά κατάφλεξον πυρί αΰλω τας αμαρτίας μου
και εμπλησθήναι της εν Σοϊ τρυφής καταξίωσον
ίνα τας δύο σκιρτών μεγαλύνω, αγαθέ, παρουσίας Σου
Γνωστοί και ανώνυμοι ιεροψάλτες άφησαν θαυμάσιες συνθέσει, που τις τεχνούργησαν μέσα σε αυστηρά κελιά πάνω στο Όρος, μέσα στα πάναγνα στοιχεία της φύσης. Αναφέρομαι στον ιερομόναχο Γαβριήλ Καρεώτη, για τον οποίο γράφει η Νέα Αδελφότητα Εσφιγμένου Αγίου Όρους (σελ. 32), για το ύφος το λεγόμενο «Καρυωτικό», για τη μουσική κλίμακα που τη γύρευε ο ιερομόναχος Γαβριήλ – ως γέφυρα και παραμυθία – ώστε να γίνει η μετοίκιση από το «ενθένδε» στο «εκείσε» ευτυχής.
Κάτω από τη βουλή και την αγάπη του Θεού συνθέτει το δικό του έργο και ο Απόστολος Παπαχρήστος, ο οποίος αναπνέει μέσα στο κλίμα της βυζαντινής κληρονομιάς, όπως γράφει ο Ιωάννης Γκιάφης (σελ. 49). Βέβαια, η μίμηση δεν είναι ο καλύτερος τρόπος βίωσης ενός κατακτημένου πνευματικού χώρου. Η επίδραση λειτουργεί, γενικότερα, σαν δύναμη παρορμούσα προς ενέργεια, προς έργο, ακόμα και σαν δύναμη που επηρεάζει την έμπνευση. Ο Απόστολος Παπαχρήστος, κατά τη γνώμη μου, είδε τη Μουσική σαν μια πηγή ηδονής που τον αποζημιώνει προσφέροντάς του (όπως και σε μας) παραμυθία. Κάτι ανάλογο διαβάζουμε στο «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου» του Οδυσσέα Ελύτη:
«Έλα τώρα χέρι μου δεξί
κείνο που σε πονεί δαιμονικά ζωγράφισέ το …»
το γεγονός ότι ο Κων. Λειβαδάρου εμφανίζεται δύσπιστος απέναντι στην ευρωπαϊκή πολυφωνία, στη χορωδία ευρωπαϊκής μουσικής, πέρα από την ολοφάνερη προτίμησή του στη βυζαντινή Μουσική (σελ. 113) αναδεικνύει τον προσωπικό δρόμο προσέγγισης της μουσικής. Αυτό που θέλω να επισημάνω είναι ότι στις αντιθέσεις μας πρέπει να επικρατεί η σύνθεση.
Ο ΕλληνοΧριστιανικός πολιτισμός έχει μέσα του το αιώνιο και το υπερχωρικό στοιχείο και επηρεάζει την πνευματική, θρησκευτική και ηθική ζωή όλων των ανθρώπων. Έτσι «μια ιστορική μουσικολογική ανασκόπηση της Εκκλησιαστικής Μουσικής της Ορθόδοξης Ρωσίας», που πραγματοποιεί η Σάντρα Πάκου (σελ. 121), αποδεικνύει περίτρανα ότι αυτή συγκεντρώνεται γύρω από την Ορθοδοξία.
Όταν ένα πνευματικό γεγονός υπερβαίνει την καταναλωτική χρήση ενός χώρου και υποτάσσει το χρόνο καθιστάμενο πάντοτε αγαθό πλήρες, χωρίς να υπόκειται στην ανακύκληση της ακμής και της παρακμής, μέρα με τη μέρα το πνευματικό αυτό γεγονός ή έργο έχει μια υπέρ – γεωγραφική ή διεθνική εξάπλωση έως ότου γίνεται κοινό αγαθό της οικουμένης, όπως όλα τα φυσικά στοιχεία ή οι γόνιμες φυσικές δυνάμεις της ζωής, ο ήλιος, η βροχή κ.λπ. Τελικά το Βυζάντιο είχε τη μεγάλη ικανότητα να διαμορφώνει με τον πολιτισμό του, με τη Βυζαντινή τέχνη, την Ορθόδοξη Ρωσία.
Μέσα λοιπόν σ’ αυτό το περίγραμμα και το ψυχικό κλίμα, πρέπει να δει κανείς, όπως νομίζω μια ακόμα εργασία, αυτή του Χαράλαμπου Θεοτοκάτου, «Η ελληνική μουσική» (σελ. 62). Όλοι οι μουσικοί και οι υμνογράφοι από τον πρώτο μέχρι τον έβδομο μ.Χ. αιώνα είχαν ελληνική παιδεία και γνώριζαν την αρχαία ελληνική μουσική: ο Ρωμανός ο Μελωδός, ο Ιωάννης Δαμασκηνός, ο Ανδρέας Κρήτης, αργότερα ο έξοχος θεωρητικός της μουσικής Εμμανουήλ Βρυένιος και αρκετοί άλλοι εργάστηκαν με πάθος και πέτυχαν τη συναίνεση, τη σύζευξη στοιχείων της αρχαίας ελληνικής μουσικής, της βυζαντινής και της δημοτικής μουσικής. Για να καταλάβει κανείς το μέγεθος της προσφοράς τους, θα πρέπει να παλινδρομήσει στους αιώνες της δουλείας, ώστε να διαπιστώσει ότι ο Ελληνισμός ακούμπησε στους προγόνους του, στην Ορθοδοξία, στους αίνους και ύμνους, που τους εξηγεί ο ιερέας και στα τραγούδια του.
Μπορεί σήμερα το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Ορθοδοξίας να συγκεντρώνει όλη την επίθεση του κακού· όμως από το «λόφο του Χριστού», όπως εύστοχα παρατηρεί ο Χαράλαμπος Καραπάνος (σελ. 85) ανατέλλει η ελπίδα, και η Ορθοδοξία μέσα από οδύνες και μαρτύρια ανεβαίνει το δρόμο της αντοχής της.
Δεν εξέλιπε η πίστη ότι η Πόλη είναι θεοφρούρητη και η Παναγία Υπέρμαχος Στρατηγός, στην οποία ο Ελληνισμός αφιερώνει τον λεγόμενο Ακάθιστο Ύμνο. Πολύτιμα ενημερωτικά στοιχεία για το Κοντάκιο μας δίνει ο π. Βασίλειος Δημόπουλος (σελ. 52).
Δεν είναι λοιπό δύσκολο τώρα να καταλάβουμε γιατί ο λαός μας πάντοτε, και ιδιαίτερα στις δύσκολες στιγμές, επικαλείται τη βοήθεια της Παναγίας. Δέεται επίσης του Θεού της Ορθοδοξίας ο άνθρωπος, το τρυφερό και ντελικάτο καλάμι, όπως τον προσονόμασε ο Pascal, γιατί έχει πρόγνωση των αδυναμιών του. Στον κήπο του Θεού, στο όρος των Ελαιών κατασκηνώνει και η Αναστασία Καλλιοντζή για να προσευχηθεί (σελ. 66), για τον πλούτο των δωρημάτων. Αλλά και στον ιερό ναό καταφεύγουν και προσφεύγουν στην παραμυθία της θείας λειτουργίας, αιτούμενοι τη θεία Χάρη, τόσο ο π. Δοσίθεος Κανέλος (σελ. 68) όσο και η Μαρία Βουλδή (σελ. 41), για να μετάσχουν του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Ταπεινός ακόλουθος του «Κατανυκτικού Τριωδίου» ο Λυκειάρχης Γιάννης Κωστάκης, μας προετοιμάζει να υποκλιθούμε στο μεγαλείο του Σταυρού και να πανηγυρίσουμε το θρίαμβο της Ανάστασης (σελ. 101).
Βλέπετε, δεν μπορεί να γίνει ιερουργία ή να έχουμε ευχαριστιακή συμμετοχή χωρίς άρτο και οίνο· το εκκλησίασμα προσκομίζει το πρόσφορο, τυλιγμένο σε καθαρή σινδόνη, μοσχοβολημένη, ωσάν να φέρει στο ναό το βρεφικό και σταυρικό μαζί σώμα του Θεού μας.
Στο Βυζάντιο ακουμπά και η Δήμητρα Βουλδή και με το κείμενό της «Εγκαυστική ζωγραφική» (σελ. 38) αλλά και με την Ορθοδοξία μέσα στην καρδιά της μας μυεί στην τεχνική της εγκαυστικής, με την οποία πειραματίστηκαν μεγάλοι ζωγράφοι, όπως ο Κόντογλου, ο Τσαρούχης, ο Νικολάου, ο Μαυροϊδής και άλλοι. Τράφηκαν πολλοί από το Βυζάντιο και πρέπει ο βυζαντινός μας πολιτισμός να γίνει ευρύτερα γνωστός σε όλους μας, γιατί υπάρχουν πολλοί και στη λογοτεχνία μας και στη ζωγραφική μας κυρίως που δέχτηκαν τεράστια και παραγωγική μαζί επίδραση από την αγιογραφία της Ορθοδοξίας.
Η Αθωνιάς Εκκλησιαστική Ακαδημία (σελ. 92) και η Ιστορία της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης (σελ. 96), αμφότερα σκεπάζουν τα όνειρα και τους καημούς της Ορθοδοξίας και της Ρωμιοσύνης· στην παλιά και στην καινούρια ιστορία, στις νέες γενιές, γυρίζουν σε περιόδους ακμής και σε χρόνους σκλαβιάς ο φιλόλογος καθηγητής κ. Χρήστος Κουλιάτσης και ο Άγιος Πρωτοσύγκελος της Ιεράς Μητροπόλεως Γερμανίας Αμβρόσιος Κατσουρίδης. Σ’ όλο αυτό το αναφύτεμα των αναμνήσεων νιώθουμε νοσταλγία και πόνο, «μνησιτήμων πόνος», όπως λέει και ο ποιητής που «όπου και να ταξιδέψει, η Ελλάδα τον πληγώνει».
Άλλοι γράφουν για τον «παλαιό Άγιο Χριστόφορο» και άλλοι για τον «Άγιο του Αγρινίου»· ο Χριστόδουλος Θεοδωρόπουλος θυμάται τα σπίτια με συντροφιά τους τα δέντρα, που τα έφαγε η «αντιπαροχή» ή η καταπάτηση, και ο Κώστας Κακαβιάς θυμάται τον Άγιο της πόλης, τον Παπαποστόλη «τον ακαταπόνητο Λενίτη», που κατέχει μια θέση αδιαχώρητη στην καρδιά των Αγρινιωτών. Στέμμα σωστό, πολύτιμο της πόλης μας ο Άγιος στο ναό του Θεού, της φύσης και της καρδιάς τελετουργεί μυστικά τη διάρκεια και την έξαρση (σελ. 60, 64).
Η συγκίνηση μεγάλη, καθώς αναφέρεται στην ιερά Μονή της Παναγίας, του καταφυγίου Δρυμώνα (Μπερίκου) ο Κώστας Δήμου Μαρηγιάννης (σελ. 115). Θυμάται τη γη του τόπου του, της θρησκείας μας το κτίσμα και των ραγιάδων και καπεταναίων το καταφύγιο.
Για την Ιερά Μονή Φωτμού Αιτωλίας, ένα λησμονημένο μοναστήρι του 16ου αιώνα στην Τριχωνίδα , γράφει η Δρ. Βυζαντινής Αρχαιολογίας Μαρία Π. Σκαβάρα (σελ. 130). Με τη γραφή της ξανα-χτίζει το Μοναστήρι, τόπο που φαίνεται σαν να έμεινε πιο πολύ πάνω του αφημένο, ακουμπισμένο, αναπαυμένο το χέρι του Θεού σε ώρα που έλαμπε μέσα στο νου του το ποίημα της δημιουργίας του, υπογραμμίζω την κραυγή αγωνίας και διαμαρτυρίας της κ. Σκαβάρα για την εγκατάλειψη της μονής.
Τη χορεία προσώπων σημαινόντων να οδοιπορεί διεγερτικά στην ύπαρξή μας, κεντρώνοντας θεσμούς και ιδανικά και κρίση, σκέπτονται ο Αρχιμ. Νεκτάριος Κιούλος που γράφει για τον αείμνηστο Μητροπολίτη Ναυπακτίας και Ευρυτανίας Χριστόφορο (σελ. 89) και ο Χρήστος Μουσελίμης που γράφει για τον Γεράσιμο Πρεβεζιάνο (σελ. 117), τον επιστήμονα που πάνω στο άνθος της δραστηριότητάς του μετώκισε από το «ενθένδε» στο «εκείσε» (σελ. 119). Σκιές φωτεινές, ιεράρχης με πίστη, αγωνιστής και μαχητής ο Μητροπολίτης Χριστόφορος, επιστήμονας και άνθρωπος ο Γεράσιμος.
Μαζί με τους παραπάνω σέρνει της ρωμιοσύνης το όραμα, πάνω στο άρμα της εκπαιδευτικής παράδοσης και του δικαιωμένου αγώνα, η αλησμόνητη δασκάλα Ευφροσύνη Τσακάλου – Παπαγαλάνη, για το έργο και τη ζωή της οποίας γράφει ο καθηγητής Πανεπ. Γρηγόρης Κωσταράς. Η δικαιολογημένη φραστική και συναισθηματική φόρτιση σε όσα λέει, δεν τον εμποδίζει να δει τη μορφή της δασκάλας του Φρόσως Παπαγαλάνη με καθαρό μάτι και με σέβας και να αναδείξει τη «θεήλατη» όπως γράφει παιδαγωγό με το «θελκτικό της λόγο», «την πλαστουργό των παιδικών του χρόνων».
Ο καλός μελετητής της κλασικής φιλολογίας κ. Κωσταράς ανοίγει καρπερό διάλογο με το Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τους τραγικούς και εξετάζει τους δύο βασικούς πόλους, Ζωή – Θάνατος, για να τονίσει την αυτάρκεια του δικαιωμένου θανάτου, κάτι που ο Αριστοτέλης θα το έλεγε ευτυχή και ηδονόφορα κάθαρση και λύση της τραγωδίας της ζωής.
Στον περίβλεπτο φυσικό εξώστη της Αγίας Ευφροσύνης Καλλιθέας όρθιος προσκυνητής, απολαμβάνω με την οπτική περιπλάνηση το αισθητικό αριστούργημα να κεντά τη δύναμη του μεγαλείου στην ψυχή μου, με τις κλωστές της μαγείας του τοπίου. Το χάρμα των ματιών, τα μονοπάτια στην εξοχή, τα σπίτια ανάκατα, χωρισμένα από δρόμους, με συντροφιά τους τα δέντρα, και κάτω η λίμνη της Τριχωνίδας και το συμπαθητικό (που συμπαθαίνει) βιβλίο «Το Ψαλτήρι» οδήγησαν τη σκέψη μου σε όσα έγραψα παραπάνω.
Από καρδιάς εύχομαι η αξιόλογη προσπάθεια της έκδοσης του περιοδικού με την πλειάδα την εκλεκτών συνεργατών να συνεχισθεί όχι μόνο για να προσφέρει πνευματική τροφή στο αναγνωστικό κοινό, γαλήνη ψυχής, ηρεμία, ανάταση, αλλά και για να αποδίδει κυρίως φόρο τιμής στα ιερά και τα όσια της Πατρίδας μας.
Χρήστος Τζούλης
Καθηγητού Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
Καλλιθέα Τριχωνίδας Σεπτέμβριος 2011
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου